πιλότος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πιλότος¹
- piˈlo.tos
Where it comes from
πιλότος < (άμεσο δάνειο) ιταλική piloto, παλαιότερα pedotto < μεσαιωνική ελληνική πηδώτης (αντιδάνειο) < αρχαία ελληνική πηδ(όν) + -ώτης < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pṓds
noun πιλότος · πιλότοι · πιλότου · πιλότων · πιλότο · πιλότους
-
ο κυβερνήτης μικρών ή μεγάλων αεροσκαφών και ελικοπτέρων της πολεμικής ή πολιτικής αεροπορίας
Similar: αεροπόρος
- κάθε καινοτόμο σχέδιο ή πρόγραμμα μετά την εφαρμογή του οποίου θα ακολουθήσουν ή ακολούθησαν άλλα παρόμοια
- πλοηγός
Πιλότος²
Where it comes from
Πιλότος < πιλότος
proper noun Πιλότος · Πιλότοι · Πιλότου · Πιλότων · Πιλότο · Πιλότους
- ανδρικό επώνυμο
In English
Talk about this word "πιλότος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. πιλότος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%84%CE%BF%CF%82 "πιλότος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πιλότος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}