πινακίδα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πινακίδα

  • pi.naˈci.ða

Where it comes from

πινακίδα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα πινακίς, με λαϊκοποίηση κατά την νεότερη κλίση σε -ίδα, -ίδας. Ο λόγιος δανεισμός έγινε από την ελληνιστική κοινή πινακίς (με αιτιατική «τὴν πινακίδα»). Η αρχική σημασία ήταν «μικρή πινακίδα» και η λέξη ήταν υποκοριστικό τού αρχαίου πίναξ (σήμερα πίνακας).

noun πινακίδα · πινακίδες · πινακίδας · πινακίδων

  1. επίπεδη, συχνά ορθογώνια ή τετράγωνη, επιφάνεια από σκληρό υλικό, όπου αναγράφεται ή παρουσιάζεται πληροφορία πινακίδα οδού, οδική πινακίδα
  2. αρχαιολογία πλάκα με εγχάρακτα ή αποτυπωμένα σύμβολα ξύλινη πινακίδα, πήλινη πινακίδα
  3. familiar, προφορικό, συχνά στον πληθυντικό πινακίδα κυκλοφορίας οχήματος· μετάλλινη πλάκα στο πίσω και μπροστινό, συνήθως, μέρος ενός οχήματος όπου αναγράφεται ο αριθμός κυκλοφορίας του Η Τροχαία του πήραν τις πινακίδες για παράνομη στάθμευση.

In English

  • tablet slab of clay
  • traffic sign sign for traffic control or driver information — see also road sign
  • road sign sign for traffic control or driver information — see also traffic sign

Talk about this word

Cite this
MLA

"πινακίδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%AF%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πινακίδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%AF%CE%B4%CE%B1

Chicago

"πινακίδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%AF%CE%B4%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πινακίδα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%AF%CE%B4%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}