πιπέρι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πιπέρι¹
- piˈpe.ɾi
Where it comes from
πιπέρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πιπέρι(ον), υποκοριστικό του πίπερι (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική πέπερι < δάνειο αγνώστου ετύμου (Δείτε και σανσκριτικά पिप्पलि ⁽ˢᵃ⁾ (pippali))
noun πιπέρι · πιπέρια · πιπεριού · πιπεριών
- καρπός φυτού της οικογένειας Piperaceae
- μπαχαρικό που παράγεται από τους καρπούς των φυτών της οικογένειας Piperaceae ※ Συνεχίζουμε, τοποθετώντας επάνω από τον γαλέο τις ροδέλες της ντομάτας, τα κρεμμύδια, τις πιπεριές και το τυρί. Ραντίζουμε με το ελαιόλαδο και ψήνουμε έως ότου πάρει χρώμα το φαγητό. Μόλις το βγάλουμε από τον φούρνο, πασπαλίζουμε με ρίγανη και φρεσκοτριμμένο πιπέρι. (Γαλέος σαγανάκι, Το Βήμα, 10/0
Πιπέρι²
Where it comes from
Πιπέρι < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Πιπέρι · Piperi
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
In English
- pepper spice
Talk about this word "πιπέρι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CF%80%CE%AD%CF%81%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. πιπέρι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CF%80%CE%AD%CF%81%CE%B9 "πιπέρι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CF%80%CE%AD%CF%81%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πιπέρι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CF%80%CE%AD%CF%81%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}