πιπίλα
Ελληνικά
AI Простыми словами
Пишу короткое объяснение…
Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.
πιπίλα¹
- piˈpi.la
Откуда оно
πιπίλα < πιπιλ(ίζω) + κατάληξη θηλυκού -α (αναδρομικός σχηματισμός) < μεσαιωνική ελληνική πιπιλίζω < λατινική pipilare, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος pipilo
существительное πιπίλα · πιπίλες · πιπίλας · πιπίλων
- το πλαστικό ομοίωμα θηλής που λειτουργεί ως υποκατάστατο της μητρικής θηλής για τα μωρά
- το πλαστικό εξάρτημα για μπιμπερό από όπου πίνεται το περιεχόμενο
- οτιδήποτε χρησιμεύει για πιπίλισμα
- το επαναλαμβανόμενη αναφορά σε κάτι, που καταντάει κουραστική
Πιπίλα²
Откуда оно
Πιπίλα < γενική ενικού του αρσενικού Πιπίλας
имя собственное Πιπίλα · Πιπίλας · Pipila
- γυναικείο επώνυμο
По-английски
- pacifier for a baby
Обсудить это слово "πιπίλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CF%80%CE%AF%CE%BB%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. πιπίλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CF%80%CE%AF%CE%BB%CE%B1 "πιπίλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CF%80%CE%AF%CE%BB%CE%B1.Цитировать
@misc{micwyn_2026,
title = {πιπίλα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CF%80%CE%AF%CE%BB%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}