πιρούνι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πιρούνι
Where it comes from
πιρούνι < μεσαιωνική ελληνική πιρούνι < ελληνιστική κοινή περόνιον < αρχαία ελληνική περόνη < πείρω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *per- (διαπερνώ, διασχίζω)
noun πιρούνι · πιρούνια · πιρουνιού · πιρουνιών
- σκεύος σερβιρίσματος για λήψη στερεού φαγητού, με λαβή και αιχμές το πιρούνι για τη σαλάτα διαφέρει από το πιρούνι για το κρέας
- τμήμα του σκελετού των οχημάτων στο οποίο εφαρμόζει συνήθως το αμορτισέρ τα πιρούνια της μηχανής μου είναι επιχρωμιωμένα
- κινητό εξάρτημα περονοφόρου οχήματος
- ακραίο τμήμα περονοφόρου αρπάγης ή σκαπτικού
- ο διπλός πρόβολος των καλωδιακών πλοίων, φραγματοθέτιδων, φαλαινοθηρικών και μεγάλων αλιευτικών
- αλιευτικό εργαλείο που φέρεται σε άκρη κονταριού, κοινώς καμάκι
- η άκρη του βέλους, ή όλο το βέλος του ψαροντούφεκου
In English
- fork eating utensil
Talk about this word "πιρούνι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. πιρούνι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B9 "πιρούνι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πιρούνι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}