मिकविन

πιστοποιητικό

Ελληνικά

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

πιστοποιητικό

यह कहाँ से आया

πιστοποιητικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου πιστοποιητικός < ελληνιστική κοινή πιστοποιητικός < πιστοποιέω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική certificat)

संज्ञा πιστοποιητικό · πιστοποιητικά · πιστοποιητικού · πιστοποιητικών

  1. formal, επίσημο έγγραφο που πιστοποιεί κάτι

विशेषण πιστοποιητικό · πιστοποιητικά · πιστοποιητικού · πιστοποιητικών

  1. accusative, singular αιτιατική ενικού του πιστοποιητικός
  2. accusative, neuter, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πιστοποιητικός

अंग्रेज़ी में

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"πιστοποιητικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 8 Nov. 2026.

APA

πιστοποιητικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 8, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C

Chicago

"πιστοποιητικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 8, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πιστοποιητικό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
  urldate = {2026-11-08}
}