πιστόλι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πιστόλι
Where it comes from
πιστόλι < πιστόλα + -ι (πυροβόλο όπλο του 1800) < ιταλική pistola < γαλλική pistole < τσεχική píšťala < πρωτοσλαβική *piščalь < *piskati
noun πιστόλι · πιστόλια · πιστολιού · πιστολιών
- κοντόκαννο πυροβόλο όπλο μικρού μεγέθους που κρατιέται με το ένα χέρι ※ Ὡπλισμένος ὡς στρατιώτης ἱερούργει εἰς τό κατά τά Τρίκορφα ἐκκλησίδιον τοῦ Ἁγίου Βλασσίου, καί ὡς δικηροτρίκηρα εἶχε τά πιστόλια, δι' ὧν ηὐλόγει καί ἐσταύρωνε τούς στρατιώτας (Αναστάσιος Γούδας, Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, 1870 σελ. νδ΄, αναφορά σε: Αρ
In English
Talk about this word "πιστόλι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8C%CE%BB%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. πιστόλι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8C%CE%BB%CE%B9 "πιστόλι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8C%CE%BB%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πιστόλι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8C%CE%BB%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}