πιστός

Ελληνικά · Sinonime și antonime

AI Pe înțelesul tuturor

Se scrie o scurtă explicație…

Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.

πιστός¹

  • piˈstos

De unde vine

πιστός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πιστός.

:* και (ουσιαστικοποιημένο) < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πιστός

:* σημασία «ακριβής, όπως στο πρωτότυπο» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική fidèle

adjectiv πιστός · πιστή · πιστό · πιστού · πιστής

  1. που παραμένει σταθερός, αφοσιωμένος σε κάτι ή κάποιον πιστός φίλος, πιστός στις συνήθειές του
  2. που δείχνει απόλυτη εμπιστοσύνη προς κάποιον ή κάτι πιστός οπαδός ενός κόμματος ή μιας ομάδας
  3. ολόιδιος, ακριβής, όπως στο πρωτότυπο πιστό φωτοαντίγραφο

Opus: άπιστος

substantiv πιστός · πιστή · πιστό · πιστού · πιστής

  1. που πιστεύει, που ακολουθεί μια θρησκεία Η εκκλησία είχε γεμίσει από πιστούς.

    Opus: άπιστος

Πιστός²

De unde vine

Πιστός < → λείπει η ετυμολογία

substantiv propriu Πιστός

  1. ανδρικό όνομα

Sinonime și antonime

adjectiv

Opus: άπιστος

În engleză

  • true loyal, faithful
  • loyal firm in allegiance to a person or institution
  • faithful loyal; adhering firmly to person or cause
  • believer person who believes

Discută despre acest cuvânt

Citează
MLA

"πιστός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

πιστός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82

Chicago

"πιστός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πιστός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}