πλάι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πλάι
Where it comes from
πλάι < πλάγιν < αρχαία ελληνική πλάγιον (ουδέτερο του επιθ. πλάγιος)
noun πλάι
- η αριστερή ή δεξιά πλευρά ενός πράγματος σε αντίθεση με την εμπρόσθια ή την οπίσθια
- στο πλάι κάποιου: δίπλα του και υποστηρίζοντάς τον
adverb πλάι
- παραπλεύρως, δίπλα, κολλητά ※ Στη θαλασσιά τόκα της ήτανε μπηγμένη μια αιγκρέτα, όχι όρθια, λοξά, στο πλάι. (Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, 1962)
- δίπλα (με την μεταφορική έννοια της υποστήριξης) "Θα σταθούμε πλάι σου ό,τι και να γίνει"
- συγκριτικά με "Δεν είναι πολύ ψηλός, αλλά πλάι στον αδελφό του μοιάζει γίγαντας"
Talk about this word "πλάι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%AC%CE%B9. Accessed 6 Nov. 2026. πλάι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%AC%CE%B9 "πλάι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%AC%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πλάι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%AC%CE%B9},
urldate = {2026-11-06}
}