πλάι

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πλάι

Where it comes from

πλάι < πλάγιν < αρχαία ελληνική πλάγιον (ουδέτερο του επιθ. πλάγιος)

noun πλάι

  1. η αριστερή ή δεξιά πλευρά ενός πράγματος σε αντίθεση με την εμπρόσθια ή την οπίσθια
  2. στο πλάι κάποιου: δίπλα του και υποστηρίζοντάς τον

adverb πλάι

  1. τοπικά παραπλεύρως, δίπλα, κολλητά ※ Στη θαλασσιά τόκα της ήτανε μπηγμένη μια αιγκρέτα, όχι όρθια, λοξά, στο πλάι. (Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, 1962)
  2. δίπλα (με την μεταφορική έννοια της υποστήριξης) "Θα σταθούμε πλάι σου ό,τι και να γίνει"
  3. συγκριτικά με "Δεν είναι πολύ ψηλός, αλλά πλάι στον αδελφό του μοιάζει γίγαντας"

Talk about this word

Cite this
MLA

"πλάι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%AC%CE%B9. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

πλάι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%AC%CE%B9

Chicago

"πλάι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%AC%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πλάι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%AC%CE%B9},
  urldate = {2026-11-06}
}