πλάσμα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πλάσμα¹
- ˈpla.zma
Where it comes from
πλάσμα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πλάσμα < πλάσσω
:* για το πλάσμα αίματος: λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική Ρlasma < αρχαία ελληνική πλάσμα
noun πλάσμα · πλάσματα · πλάσματος · πλασμάτων
- ον, ζωντανός οργανισμός ※ Πιστά πλάσματα τετράποδα, απαλύνουν τις πικρές στιγμές μας, μεγεθύνουν τις μικρές ψυχές μας. Γέρνουν απάνω σου με εμπιστοσύνη επιστρέφοντάς σου μόνο ευγνωμοσύνη. Γεμίζουν το σπίτι μας με εντάσεις και σιωπές, ανταρσίες και υποταγές, καβγαδάκια κι αγκαλίτσες, γρατζουνιές και ζουζουνιές, ναζάκια και
- δημιούργημα πλάσμα της φαντασίας
- πολύ όμορφη γυναίκα
- υποκίτρινο άμορφο συστατικό του αίματος
- κατάσταση της ύλης με φορρισμένα σωματίδια
Πλάσμα²
Where it comes from
Πλάσμα < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Πλάσμα · Plasma
- γυναικείο επώνυμο
In English
Talk about this word "πλάσμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%AC%CF%83%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. πλάσμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%AC%CF%83%CE%BC%CE%B1 "πλάσμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%AC%CF%83%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πλάσμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%AC%CF%83%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}