πλάστης
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πλάστης¹
- ˈpla.stis
Where it comes from
πλάστης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πλάστης (αρχαία σημασία: αυτός που φτιάχνει καλούπια)
noun πλάστης · πλάστες · πλάστη · πλαστών
- αυτός που δημιουργεί
- ο εργάτης που ασχολείται με το πλάσιμο ειδών (κυρίως) από ζύμη
noun πλάστης · πλάστες · πλάστη · πλαστών
- κυλινδρικό εργαλείο για πλάσιμο ※ Χωρίζουμε τη ζύμη σε δύο μέρη και την απλώνουμε στον ελαφρώς αλευρωμένο πάγκο της κουζίνας. Με τον πλάστη ανοίγουμε δύο λεπτά φύλλα. Προθερμαίνουμε τον φούρνο στους 170°C-180°C, στον αέρα. Βουτυρώνουμε ένα ταψί και στρώνουμε το ένα φύλλο. Απλώνουμε τη γέμιση της μελόπιτας και σκεπάζουμε με το άλλο
Πλάστης²
Where it comes from
Πλάστης < πλάστης
proper noun Πλάστης · Πλάστηδες · Πλάστη · Πλάστηδων
- ανδρικό επώνυμο
In English
- rolling pin food preparation utensil
Talk about this word "πλάστης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. πλάστης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82 "πλάστης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πλάστης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}