ميكوين

πλάτος

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

πλάτος

من أين أتت

πλάτος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πλάτος < πλατύς

: για τους επιστημονικούς όρους < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική amplitude

اسم πλάτος · πλάτη · πλάτους · πλατών

  1. διάσταση, για τρεις διαστάσεις το φάρδος στερεού σώματος οι τρεις διαστάσεις ενός στερεού σώματος είναι: το μήκος, το πλάτος και το ύψος
  2. διάσταση, για διασδιάστατες επιφάνειες η μικρότερη από τις δύο διαστάσεις
  3. διάσταση, φυσική η μέγιστη τιμή ταλάντωσης από τη θέση ισορροπίας
  4. figuratively, μεταφορικά η έκταση των θεμάτων στο περιεχόμενο μιας έννοιας, σε αντίθεση με το βάθος
  5. figuratively, μεταφορικά η ευρύτητα γνώσεων, απόψεων

بالإنجليزية

  • width measurement of something from side to side
  • latitude angular distance north or south from the equator
  • amplitude physics: maximum absolute value

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"πλάτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πλάτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"πλάτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πλάτος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}