πλακούντας

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πλακούντας

  • plaˈkun.das

Where it comes from

πλακούντας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πλακοῦς, από την αιτιατική «τὸν πλακοῦντα» + -ς. Η σημασία στην ιατρική < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική placenta.

noun πλακούντας · πλακούντες · πλακούντα · πλακούντος · πλακούντων

  1. ανατομία, ιατρική όργανο θηλυκών ανωτέρων θηλαστικών που περιβάλλει το έμβρυο και το συνδέει με την μήτρα κατά την εγκυμοσύνη
  2. βιολογία τμήμα ωοθήκης φυτού
  3. ομφάλιος λώρος, τροφοβλάστη
  4. μαγειρική, αρχαιολογία είδος γλυκιάς πίτας από ζύμη, ζάχαρη και διάφορα καρυκεύματα· η σογιόπιττα
  5. κατάλοιπο της εξαγωγής λαδιού από σπόρους φυτών, το οποίο είναι πλούσιο σε πρωτεΐνες και χρησιμεύει σε ζωοτροφές

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πλακούντας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πλακούντας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82

Chicago

"πλακούντας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πλακούντας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}