πλακούντας
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πλακούντας
- plaˈkun.das
Where it comes from
πλακούντας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πλακοῦς, από την αιτιατική «τὸν πλακοῦντα» + -ς. Η σημασία στην ιατρική < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική placenta.
noun πλακούντας · πλακούντες · πλακούντα · πλακούντος · πλακούντων
- όργανο θηλυκών ανωτέρων θηλαστικών που περιβάλλει το έμβρυο και το συνδέει με την μήτρα κατά την εγκυμοσύνη
- τμήμα ωοθήκης φυτού
- ομφάλιος λώρος, τροφοβλάστη
- είδος γλυκιάς πίτας από ζύμη, ζάχαρη και διάφορα καρυκεύματα· η σογιόπιττα
- κατάλοιπο της εξαγωγής λαδιού από σπόρους φυτών, το οποίο είναι πλούσιο σε πρωτεΐνες και χρησιμεύει σε ζωοτροφές
In English
- placenta anatomy: placenta
Talk about this word "πλακούντας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. πλακούντας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82 "πλακούντας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πλακούντας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}