πλασέμπο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πλασέμπο

  • plaˈse.bo

Where it comes from

πλασέμπο < οπτικό λόγιο δάνειο από την αγγλική placebo - αγγλική προφορά «πλασίμπο» ή από τη γαλλική προφορά του placebo «πλασεμπο» < λατινική placebo (θα ευχαριστήσω) μέλλοντας του placeo - λατινική προφορά «πλακέμπο».

noun πλασέμπο

  1. φαρμακευτική, ιατρική, ψυχολογία εικονικό φάρμακο (μίμηση φαρμάκου χωρίς ενεργή ουσία) που χορηγείται σε ασθενή με την επισήμανση ότι έχει θεραπευτικές ιδιότητες με αποτέλεσμα να αισθάνεται ανακούφιση ή ευεργετικά αποτελέσματα διά της αυθυποβολής ※ Αυτό συμπέρανε μια νέα μικρή αμερικανική έρευνα, που έγινε με τη χρήση εικονικών φαρμάκων (πλασέμπο), η οποία έρχεται να προστεθεί σε μια ολοένα αυξανόμενη λίστα μελετών που επιβεβαιώνουν τη δύναμη του νου -και κατά συνέπεια των ψευδοφαρμάκων- πάνω στο σώμα. (Placebo: Πώς η δύναμη του νου κάνει ασ

Opposite: νοσέμπο, nocebo

Thesaurus

noun

Opposite: νοσέμπο, nocebo

In English

  • placebo a dummy medicine containing no active ingredients; an inert treatment

Talk about this word

Cite this
MLA

"πλασέμπο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%83%CE%AD%CE%BC%CF%80%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πλασέμπο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%83%CE%AD%CE%BC%CF%80%CE%BF

Chicago

"πλασέμπο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%83%CE%AD%CE%BC%CF%80%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πλασέμπο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%83%CE%AD%CE%BC%CF%80%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}