मिकविन

πλαστογραφία

Ελληνικά

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

πλαστογραφία

  • pla.sto.ɣɾaˈfi.a

यह कहाँ से आया

πλαστογραφία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πλαστογραφία < πλαστογράφ(ος) + -ία. Μορφολογικά αναλύεται σε πλαστ(ός) + -ο- + -γραφία

संज्ञा πλαστογραφία · πλαστογραφίες · πλαστογραφίας · πλαστογραφιών

  1. η ενέργεια με την οποία κάποιος βάζει πλαστή υπογραφή σε έγγραφο
  2. η δημιουργία πλαστού εγγράφου ή η παραποίηση ενός γνήσιου

अंग्रेज़ी में

  • forgery the act of forging, fabricating or producing falsely

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"πλαστογραφία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πλαστογραφία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1

Chicago

"πλαστογραφία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πλαστογραφία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}