πλειοψηφία
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πλειοψηφία
- pli.o.psiˈfi.a
Where it comes from
πλειοψηφία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πλειοψηφία (→ δείτε και τη λέξη πλειονοψηφία) < πλείων, πλειο- + ψῆφ(ος) + -ία
noun πλειοψηφία · πλειοψηφίες · πλειοψηφίας · πλειοψηφιών
- οι ψήφοι που υπερτερούν αριθμητικά σε μια εκλογική διαδικασία το κόμμα μας πήρε την πλειοψηφία
-
η παράταξη που πήρε τις περισσότερες ψήφους ή έδρες σε μια εκλογική διαδικασία, ή σε ένα εκλεγμένο όργανο
η κυβερνητική πλειοψηφία υπερψήφισε το νομοσχέδιο
Similar: πλειονοψηφία · Opposite: μειοψηφία, μειονοψηφία
-
το μεγαλύτερο μέρος ενός συνόλου
η πλειοψηφία των προϊόντων αυτής της εταιρείας είναι χαμηλής ποιότητας
Similar: πλειονότητα
Opposite: μειοψηφία, μειονοψηφία
Thesaurus
noun
Opposite: μειοψηφία, μειονοψηφία
In English
- majority more than half
Talk about this word "πλειοψηφία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CF%88%CE%B7%CF%86%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. πλειοψηφία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CF%88%CE%B7%CF%86%CE%AF%CE%B1 "πλειοψηφία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CF%88%CE%B7%CF%86%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πλειοψηφία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CF%88%CE%B7%CF%86%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}