πλειστηριάζω
Ελληνικά
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
πλειστηριάζω
Από πού έρχεται
πλειστηριάζω < αρχαία ελληνική πλειστηριάζω < πλειστήρης < πλεῖστος
ρήμα πλειστηριάζω · πλειστηρίαζα · θα πλειστηριάζω · να πλειστηριάζω · πλειστηριάζοντας
- πουλώ σε διαδικασία πλειστηριασμού
Στα αγγλικά
- auction to sell at an auction
- auctioneer to sell at an auction
Συζήτησε αυτή τη λέξη "πλειστηριάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. πλειστηριάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89 "πλειστηριάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {πλειστηριάζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}