πλεκτός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πλεκτός

  • pleˈktos

Where it comes from

πλεκτός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πλεκτός < πλέκ(ω) + επίθημα ρηματικού επιθέτου. Συγκρίνετε με το πλεχτός.

adjective πλεκτός · πλεκτή · πλεκτό · πλεκτού · πλεκτής

  1. που έχει πλεχτεί, που δημιουργήθηκε με πλέξιμο ※ «...Αλλά τα άλλα; Και πού είναι τα κομψά γυναικεία καπέλα;» μου είπε η μαμά. «Για τις γυναίκες έχουμε μόνο πλεκτούς σκούφους και αυτά εδώ από καστόρι» μας εξήγησε ο ευγενικός υπάλληλος του μαγαζιού (Ελένη Τορόση, Όταν σου έδειξα τον ήχο του κόσμου, εκδ. Πατάκη, 2017)
  2. ουσιαστικοποιημένο πλεκτό

Talk about this word

Cite this
MLA

"πλεκτός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πλεκτός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CF%8C%CF%82

Chicago

"πλεκτός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πλεκτός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}