πλεονασμός

Ελληνικά

AI Nói đơn giản

Đang viết một lời giải thích ngắn…

Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.

πλεονασμός

  • ple.o.naˈzmos

Nó đến từ đâu

πλεονασμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πλεονασμός (αρχαία σημασία: υπερβολή)

danh từ πλεονασμός · πλεονασμοί · πλεονασμού · πλεονασμών · πλεονασμό · πλεονασμούς

  1. το φαινόμενο της υπερεπάρκειας, αφθονία
  2. σχήμα λόγου η ίδια σημασία με περισσότερες από μία εκφράσεις (για έμφαση ή για εκφραστικούς λόγους) ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ: με ξέχασε και δε με θυμάται πια
  3. ως γραμματικό λάθος η ίδια σημασία με περισσότερες λέξεις ή εκφράσεις που δεν είναι απαραίτητες και χωρίς να υπάρχει πρόθεση εκφραστικότητας ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ: πιο μεγαλύτερος, καλυτερότερος

Bằng tiếng Anh

Trò chuyện về từ này

Trích dẫn
MLA

"πλεονασμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B5%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πλεονασμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B5%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"πλεονασμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B5%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πλεονασμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B5%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}