πληθυντικός
Ελληνικά
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
πληθυντικός
- pli.θin.diˈkos
Από πού έρχεται
πληθυντικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πληθυντικός < αρχαία ελληνική πληθύνω < πληθύς
επίθετο πληθυντικός · πληθυντική · πληθυντικό
- επίθετο για τον χαρακτηρισμό των κλιτικών πτώσεων ή των προσώπων του ρήματος κατά την κλίση είναι το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο...
ουσιαστικό πληθυντικός · πληθυντικοί · πληθυντικού · πληθυντικών · πληθυντικό
- πληθυντικός αριθμός: οι μορφές ενός κλιτού μέρους του λόγου που αναφέρονται σε περισσότερα από ένα ενικός αριθμός, δυϊκός αριθμός (όπως στα αρχαία ελληνικά)
- η ομιλία σε πληθυντικό αριθμό εκφράσεις: πληθυντικός ευγενείας, πληθυντικός μεγαλοπρέπειας
Στα αγγλικά
- plural more than one
Συζήτησε αυτή τη λέξη "πληθυντικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B7%CE%B8%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. πληθυντικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B7%CE%B8%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "πληθυντικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B7%CE%B8%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {πληθυντικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B7%CE%B8%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}