πληρωτέος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πληρωτέος
Where it comes from
πληρωτέος < πληρώνω + -τέος
adjective πληρωτέος · πληρωτέα · πληρωτέο · πληρωτέου · πληρωτέας
- που πρέπει να πληρωθεί ※ Όταν εντολοδόχος ισχυρίζεται ότι έχει κερδίσει το δικαίωμα σε προμήθεια το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο, βασιζόμενοι στη σωστή ερμηνεία της σύμβασης μεταξύ του εντολέα και του εντολοδόχου, το γεγονός που θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί για να είναι πληρωτέα η προμήθεια, έχει στη
Opposite: εισπρακτέος
Thesaurus
adjective
Opposite: εισπρακτέος
Talk about this word "πληρωτέος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%89%CF%84%CE%AD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. πληρωτέος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%89%CF%84%CE%AD%CE%BF%CF%82 "πληρωτέος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%89%CF%84%CE%AD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πληρωτέος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%89%CF%84%CE%AD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}