πληρότητα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πληρότητα
Where it comes from
πληρότητα < ελληνιστική κοινή πληρότης < αρχαία ελληνική πλήρης
noun πληρότητα · πληρότητες · πληρότητας · πληροτήτων
- το να είναι κάποιος πλήρης / κάτι πλήρες, η ιδιότητα ή η κατάσταση του πλήρους
- το να αισθάνεται κάποιος καλυμμένος και πλήρης απ’ όλες τις απόψεις ή πλευρές, ιδίως εσωτερικά / ψυχικά
- το ποσοστό κάλυψης των διαθέσιμων επιλογών (π.χ. δωμάτια σε ξενοδοχεία) Το ευτύχημα είναι ότι φέτος μεγάλη εμφανίζεται η πληρότητα και για τον Σεπτέμβρη. Η μέση πληρότητα στα ξενοδοχεία για τον Σεπτέμβριο είναι της τάξης του 75%. (*)
Talk about this word "πληρότητα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. πληρότητα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1 "πληρότητα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πληρότητα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}