πλουμιστός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πλουμιστός¹

  • plu.miˈstos

Where it comes from

πλουμιστός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πλουμιστός < πλουμίζω, πλουμισ- + -τός

adjective πλουμιστός · πλουμιστή · πλουμιστό · πλουμιστού · πλουμιστής

  1. vulgar, λαϊκότροπο στολισμένος, διακοσμημένος με ζωγραφιές ή κεντήματα ※ ...παρά το μόνον που απέμενεν ως κέρδος ήταν η δυνατότητα να αφηγούνται κομπορρήμονες αὐτοὶ «παλικαράδες» τὰς σκιαμαχίας των τάχα μετὰ τῶν ὀπτασιῶν πού, ἂν καὶ ἄϋλοι, ἔφερον ἀπαραιτήτως πλουμιστὰ σαρίκια καὶ ἀστραφτερά γιαταγάνια (Ευγένιος Αρανίτσης, Ιστορίες που άρεσαν σε μερικούς ανθρώπους που ξ
  2. vulgar, λαϊκότροπο πολύχρωμος

Similar: πλουμισμένος, στολισμένος · Opposite: απλούμιστος

Πλουμιστός²

Where it comes from

Πλουμιστός < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Πλουμιστός · Πλουμιστοί · Πλουμιστού · Πλουμιστών · Πλουμιστό · Πλουμιστούς

  1. ανδρικό επώνυμο

Thesaurus

Talk about this word

Cite this
MLA

"πλουμιστός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πλουμιστός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82

Chicago

"πλουμιστός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πλουμιστός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}