πλούσιος

Ελληνικά

AI Kwa maneno rahisi

Inaandika maelezo mafupi…

Imeandikwa na AI wa nyumbani kutokana na kipengele kilicho hapa chini, kwa lugha yako. Chanzo ni kipengele chenyewe.

πλούσιος¹

  • ˈplu.si.os

Limetoka wapi

πλούσιος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πλούσιος < πλοῦτος

kivumishi πλούσιος · πλούσια · πλούσιο · πλούσιου · πλούσιας

  1. που έχει μεγάλη κινητή ή ακίνητη περιουσία ※ Εκτός όμως από το φτωχός-πλούσιος υπάρχουν και άλλοι χαρακτηρισμοί. Θα σου πω μερικούς: μορφωμένος-αμόρφωτος, άνθρωπος της πόλης-χωριάτης, μοντέρνος-κλασικός ή και ντεμοντέ ακόμα, περήφανος-ταπεινός, κοινωνικός-ντροπαλός, κοσμικός-κλεισμένος στο σπίτι και πολλά άλλα. (Μαίρη Κόντζογλου, Το μέλι το
  2. που έχει κάτι σε μεγάλη ποσότητα ή αφθονία ※ Αυτή η γκανάς σοκολάτας είναι η τελειότερη κρέμα που μπορείτε να φτιάξετε: λεία, βελούδινη, σταθερή και γεμάτη πλούσια σοκολατένια γεύση. Ιδανική για γέμιση, επικάλυψη, αλλά και για κορμούς και τούρτες. (Γκανάς σοκολάτας (Ganache) για επικάλυψη κορμού και τούρτας, ανακτήθηκε στις 12/11/2025, argir

Πλούσιος²

Limetoka wapi

Πλούσιος < πλούσιος

nomino ya pekee Πλούσιος

  1. ανδρικό όνομα

Kwa Kiingereza

Zungumza kuhusu neno hili

Nukuu
MLA

"πλούσιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

πλούσιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82

Chicago

"πλούσιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πλούσιος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}