πλυντήριο
Ελληνικά · Sinonime și antonime
AI Pe înțelesul tuturor
Se scrie o scurtă explicație…
Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.
πλυντήριο
De unde vine
πλυντήριο < αρχαία ελληνική πλυντήριον < ουδέτερο του επιθέτου πλυντήριος ως ουσ.< πλύνω, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική washing machine
substantiv πλυντήριο · πλυντήρια · πλυντηρίου · πλυντήριου · πλυντηρίων
-
ηλεκτρική οικιακή συσκευή για το πλύσιμο των ρούχων
αγοράσαμε καινούριο πλυντήριο ρούχων
Asemănătoare: πλυντήριο ρούχων
-
ηλεκτρική οικιακή συσκευή για το πλύσιμο των πιάτων,
Asemănătoare: πλυντήριο πιάτων
- η διαδικασία του πλυσίματος των ρούχων ή των πιάτων με τη χρήση της συσκευής αυτής έβαλα πλυντήριο
- επαγγελματικός χώρος που αναλαμβάνει έναντι αμοιβής το πλύσιμο των αυτοκινήτων
- η διαδικασία νομιμοποίησης χρημάτων ή αντικειμένων που αποκτήθηκαν με παράνομο τρόπο ※ Αν πιστέψουμε την επίσημη έκθεση της αμερικανικής Γερουσίας για το σκάνδαλο, η βρετανική υπερτράπεζα είχε εξελιχθεί την τελευταία δεκαετία στο μεγαλύτερο πλυντήριο βρώμικου χρήματος στον κόσμο, αφού οι κατά τόπους θυγατρικές της παρείχαν σε τρομοκράτες, εμπόρους ναρκωτικών και όπλων, αλλά και σε δ
În engleză
- laundry place or room where laundering is done
- washing machine machine that washes clothes
Discută despre acest cuvânt "πλυντήριο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. πλυντήριο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF "πλυντήριο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF.Citează
@misc{micwyn_2026,
title = {πλυντήριο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}