πλυντήριο

Ελληνικά · Sinonime și antonime

AI Pe înțelesul tuturor

Se scrie o scurtă explicație…

Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.

πλυντήριο

De unde vine

πλυντήριο < αρχαία ελληνική πλυντήριον < ουδέτερο του επιθέτου πλυντήριος ως ουσ.< πλύνω, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική washing machine

substantiv πλυντήριο · πλυντήρια · πλυντηρίου · πλυντήριου · πλυντηρίων

  1. συσκευή ηλεκτρική οικιακή συσκευή για το πλύσιμο των ρούχων αγοράσαμε καινούριο πλυντήριο ρούχων

    Asemănătoare: πλυντήριο ρούχων

  2. συσκευή ηλεκτρική οικιακή συσκευή για το πλύσιμο των πιάτων,

    Asemănătoare: πλυντήριο πιάτων

  3. η διαδικασία του πλυσίματος των ρούχων ή των πιάτων με τη χρήση της συσκευής αυτής έβαλα πλυντήριο
  4. επαγγελματικός χώρος που αναλαμβάνει έναντι αμοιβής το πλύσιμο των αυτοκινήτων
  5. figuratively, μεταφορικά, οικονομία η διαδικασία νομιμοποίησης χρημάτων ή αντικειμένων που αποκτήθηκαν με παράνομο τρόπο ※ Αν πιστέψουμε την επίσημη έκθεση της αμερικανικής Γερουσίας για το σκάνδαλο, η βρετανική υπερτράπεζα είχε εξελιχθεί την τελευταία δεκαετία στο μεγαλύτερο πλυντήριο βρώμικου χρήματος στον κόσμο, αφού οι κατά τόπους θυγατρικές της παρείχαν σε τρομοκράτες, εμπόρους ναρκωτικών και όπλων, αλλά και σε δ

În engleză

Discută despre acest cuvânt

Citează
MLA

"πλυντήριο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πλυντήριο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF

Chicago

"πλυντήριο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πλυντήριο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}