πλύστρα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πλύστρα

Where it comes from

πλύστρα < πλύση + κατάληξη θηλυκού -τρα < αρχαία ελληνική πλύσις < πλύνω

noun πλύστρα · πλύστρες · πλύστρας · πλυστρών

  1. dated, παρωχημένο, επάγγελμα γυναίκα που πλένει ρούχα στο χέρι έναντι αμοιβής ※ Και τώρα πώς νομίζετε να τη βαφτίσανε τα «Παναθήναια», Πλύστρα; Ο Θεός φυλάξει! Θα 'τανε αλήθεια. Η ευγένειά της το φτωχοκόριτσο, είναι «πλύντρια». (Γιάννης Ψυχάρης, Εμμανουήλ Κριαράς, Ανθολόγιο Ψυχάρη, εκδ. Κέντρο Βυζαντινών, Μεταβυζαντινών, Νεοελληνικών και Κυπριακών Σπουδών, 2007, σελ. 287
  2. μόνιμη τσιμεντένια κατασκευή με αυλακωτό κεκλιμένο επίπεδο για πλύσιμο, τρίψιμο και κοπάνισμα ρούχων
  3. πέτρινη πλάκα ή τραπεζοειδής χοντρή σανίδα με αυλακώσεις για όμοια με παραπάνω χρήση
  4. figuratively, offensive, μεταφορικά, μειωτικό μειωτικός χαρακτηρισμός για το κοινωνικό, οικονομικό ή εκπαιδευτικό επίπεδο γυναίκας

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πλύστρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CF%8D%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πλύστρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CF%8D%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1

Chicago

"πλύστρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CF%8D%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πλύστρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CF%8D%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}