πνευματικός

Ελληνικά

AI In parole semplici

Sto scrivendo una breve spiegazione…

Scritto da un'IA di casa a partire dalla voce qui sotto, nella tua lingua. La fonte è la voce stessa.

πνευματικός¹

  • pnev.ma.tiˈkos

Da dove viene

πνευματικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πνευματικός, αρχική σημασία: "αυτός που αναφέρεται στον αέρα, στην αναπνοή"

aggettivo πνευματικός · πνευματική · πνευματικό

  1. που έχει σχέση με το πνεύμα και (κυρίως ως διανοητική εργασία ή ικανότητα), διανοητικός πνευματική ελευθερία
  2. που έχει σχέση με το πνεύμα (σε αντίθεση με την ύλη και τον αισθητό κόσμο) πνευματική υπόσταση
  3. αεροκίνητος πνευματικά εργαλεία

sostantivo πνευματικός

  1. ο εξομολόγος πήγε στον πνευματικό του για εξομολόγηση και συμβουλές

Πνευματικός²

Da dove viene

Πνευματικός <πνευματικός

nome proprio Πνευματικός · Πνευματικοί · Πνευματικού · Πνευματικών · Πνευματικό · Πνευματικούς

  1. ανδρικό επώνυμο

In inglese

Parla di questa parola

Cita
MLA

"πνευματικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BD%CE%B5%CF%85%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πνευματικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BD%CE%B5%CF%85%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"πνευματικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BD%CE%B5%CF%85%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πνευματικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BD%CE%B5%CF%85%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}