מיקווין

πνευστό

Ελληνικά

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

πνευστό

  • pnefˈsto

מאיפה זה בא

πνευστό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου πνευστός (εννοείται το ουσιαστικό όργανο) < ελληνιστική κοινή πνευστός < αρχαία ελληνική πνέω ((σημασιολογικό δάνειο) γερμανική Blasinstrument)

שם עצם πνευστό · πνευστά · πνευστού · πνευστών

  1. μουσικό όργανο μουσικό όργανο στο οποίο φυσάμε μέσα του αέρα

שם תואר πνευστό · πνευστά · πνευστού · πνευστών

  1. accusative, masculine, singular, αρσενικό αιτιατική ενικού του πνευστός
  2. accusative, neuter, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πνευστός

באנגלית

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"πνευστό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BD%CE%B5%CF%85%CF%83%CF%84%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πνευστό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BD%CE%B5%CF%85%CF%83%CF%84%CF%8C

Chicago

"πνευστό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BD%CE%B5%CF%85%CF%83%CF%84%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πνευστό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BD%CE%B5%CF%85%CF%83%CF%84%CF%8C},
  urldate = {2026-11-07}
}