ποίμνιο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ποίμνιο
Where it comes from
ποίμνιο < αρχαία ελληνική ποίμνιον < ποίμνη < ποιμήν
noun ποίμνιο · ποίμνια · ποιμνίου · ποίμνιου · ποιμνίων
- το κοπάδι, το σύνολο των προβάτων ή άλλων ζώων ενός βοσκού
- το σύνολο των πιστών μιας ενορίας, μιας εκκλησίας κ.λπ. ※ Πηγαίνει κι αυτός τώρα στην Αίγυπτο, με την ελπίδα να επαναφέρει στο ποίμνιό του την κόρη του Σάρα, που την αποπλάνησε κάποιος πεζεβέγκης. (Κώστας Ακρίβος, Όνομα πατρός: Δούναβης, εκδ. Μεταίχμιο, 2025)
In English
Talk about this word "ποίμνιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%BC%CE%BD%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. ποίμνιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%BC%CE%BD%CE%B9%CE%BF "ποίμνιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%BC%CE%BD%CE%B9%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ποίμνιο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%BC%CE%BD%CE%B9%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}