πογκρόμ
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πογκρόμ
Where it comes from
πογκρόμ < (άμεσο δάνειο) γαλλική pogrom < ρωσική погром (=καταστροφή, ερήμωση) < погромить < по- (=ολοκληρωτικά) + громить (=καταστρέφω) < гром (=κεραυνός) < πρωτοσλαβικό *gromъ
noun πογκρόμ
- αντισημιτικές διώξεις στην τσαρική Ρωσία κατά τον 19ο και 20ό αιώνα
- βιαιοπραγίες και διώξεις σε βάρος μειονοτήτων (εθνικών, φυλετικών, θρησκευτικών κ.ά.) ή αντιφρονούντων Η αντιδραστική αυτή πολιτική του κατατεμαχισμού των προλεταριακών δυνάμεων, που σήμερα εκδηλώνεται κυρίως με τη μορφή των πογκρόμ στα οποία προβαίνουν οι μαυροεκατονταρχίτες, ίσως να καταλήξει αύριο σε τίποτα πιο εκλεπτυσμένες μορφές. (Βλαντιμίρ Λένιν, Σοσιαλισμός και θρησκεία)
- κάθε οργανωμένη δίωξη «Πογκρόμ» κατά της παράμονης στάθμευσης (εφημερίδα Έθνος, 24/1/2013)
Thesaurus
In English
- pogrom riot with the intent to massacre or terrorize a certain group, usually Jews
Talk about this word "πογκρόμ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%B3%CE%BA%CF%81%CF%8C%CE%BC. Accessed 7 Nov. 2026. πογκρόμ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%B3%CE%BA%CF%81%CF%8C%CE%BC "πογκρόμ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%B3%CE%BA%CF%81%CF%8C%CE%BC.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πογκρόμ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%B3%CE%BA%CF%81%CF%8C%CE%BC},
urldate = {2026-11-07}
}