ποδήλατο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ποδήλατο

  • poˈði.la.to

Sounds like ποδηλατώ

Where it comes from

ποδήλατο: ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ποδήλατος (εννοείται όχημα)· απόδοση για τη γαλλική vélocipède. Μορφολογικά αναλύεται σε < θέμα ποδ- (όπως στο αρχαίο πούς) + -ήλατο (ουδέτερο) (< ἐλατός < ἐλαύνω (προχωρώ)

noun ποδήλατο · ποδήλατα · ποδήλατου · ποδηλάτου · ποδήλατων · ποδηλάτων

  1. μέσο μεταφορών όχημα, κυρίως δίτροχο, που κινεί ο αναβάτης με τα πόδια του, δίνοντας ώθηση στα πετάλια ※ Η Μυρτώ, αφού τελείωσε τις εργασίες της, κατευθύνθηκε με το ποδήλατό της προς την οδό Σερίφ για το μάθημα πιάνου. Καθ΄ οδόν σταμάτησε για να αγοράσει ένα καινούργιο πεντάγραμμο από το κεντρικό βιβλιοχαρτοπωλείο. Αλλά ο καταστηματάρχης δεν τη χρέωσε. Χρωστούσε ήδη πολλά στο γιατρό της, είπε. Κι εκε

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ποδήλατο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%AE%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ποδήλατο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%AE%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%BF

Chicago

"ποδήλατο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%AE%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ποδήλατο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%AE%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}