ποδιά
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ποδιά¹
Where it comes from
ποδιά < μεσαιωνική ελληνική ποδέα < πόδι < αρχαία ελληνική πούς
noun ποδιά · ποδιές · ποδιάς · ποδιών
- ρούχο που καλύπτει συνήθως μόνο το μπροστινό μέρος του σώματος και δένεται πίσω από τη μέση ή/και στον αυχένα· φοριέται κατά τη διάρκεια εργασιών, για να μη λερωθούν τα υπόλοιπα ρούχα η ποδιά της νοικοκυράς
- η σχολική ποδιά: απλό ρούχο γαλάζιου χρώματος που κούμπωνε μπροστά και το φορούσαν παλιότερα οι μαθητές και οι μαθήτριες
- οποιοδήποτε εξάρτημα καλύπτει και προστατεύει ※ Ύστερα σηκώθηκε, ξαναγύρισε στο σκαμνί και χάιδεψε με τα δάχτυλα το όμορφο υφαντό που ήταν τυλιγμένο σαν ποδιά γύρω από τη λευκή καμινάδα. Ήταν η τελευταία μπουχαροποδιά που είχε υφάνει η μητέρα της. (Richard Romanus, Χρυσαλλίς, πρωτότυπος τίτλος Matoula’s Echo, μεταφράστρια Χλόη Ιωαννίδου, 2011 h
- προστατευτικό κάλυμμα στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου που καταλήγει στον προφυλακτήρα και προστατεύει τον κινητήρα
Ποδιά²
Where it comes from
Ποδιά < γενική ενικού του αρσενικού Ποδιάς
proper noun Ποδιά · Ποδιάς · Podia
- γυναικείο επώνυμο
In English
Talk about this word "ποδιά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%AC. Accessed 6 Nov. 2026. ποδιά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%AC "ποδιά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%AC.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ποδιά},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%AC},
urldate = {2026-11-06}
}