ποδιά

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ποδιά¹

Where it comes from

ποδιά < μεσαιωνική ελληνική ποδέα < πόδι < αρχαία ελληνική πούς

noun ποδιά · ποδιές · ποδιάς · ποδιών

  1. ενδυμασία ρούχο που καλύπτει συνήθως μόνο το μπροστινό μέρος του σώματος και δένεται πίσω από τη μέση ή/και στον αυχένα· φοριέται κατά τη διάρκεια εργασιών, για να μη λερωθούν τα υπόλοιπα ρούχα η ποδιά της νοικοκυράς
  2. η σχολική ποδιά: απλό ρούχο γαλάζιου χρώματος που κούμπωνε μπροστά και το φορούσαν παλιότερα οι μαθητές και οι μαθήτριες
  3. broadly, κατ’ επέκταση οποιοδήποτε εξάρτημα καλύπτει και προστατεύει ※ Ύστερα σηκώθηκε, ξαναγύρισε στο σκαμνί και χάιδεψε με τα δάχτυλα το όμορφο υφαντό που ήταν τυλιγμένο σαν ποδιά γύρω από τη λευκή καμινάδα. Ήταν η τελευταία μπουχαροποδιά που είχε υφάνει η μητέρα της. (Richard Romanus, Χρυσαλλίς, πρωτότυπος τίτλος Matoula’s Echo, μεταφράστρια Χλόη Ιωαννίδου, 2011 h
  4. αυτοκίνητο προστατευτικό κάλυμμα στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου που καταλήγει στον προφυλακτήρα και προστατεύει τον κινητήρα

Ποδιά²

Where it comes from

Ποδιά < γενική ενικού του αρσενικού Ποδιάς

proper noun Ποδιά · Ποδιάς · Podia

  1. γυναικείο επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ποδιά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%AC. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ποδιά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%AC

Chicago

"ποδιά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%AC.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ποδιά},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%AC},
  urldate = {2026-11-06}
}