ποιητής
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ποιητής¹
- pi.iˈtis
Where it comes from
ποιητής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ποιητής
noun ποιητής · ποιητές · ποιητή · ποιητών
- αυτός που ασχολείται με την ποίηση, που γράφει ποιήματα ※ Οι ναοί όπου κανείς θυσίαζε στους θεούς καταρρέουν. Ιεροποιημένοι οι θεοί, οι θεές, οι ήρωες, επιβιώνουν ακόμη χάρη στη φωνή των ποιητών. (Η ελληνική εμπειρία, εκδ. Νεφέλη, 2006, σελ. 28)
- αυτός που δημιουργεί στίχους, ο στιχουργός
- αυτός που ποιεί, που φτειάχνει ≈ συνώνυμα: δημιουργός
Ποιητής²
Where it comes from
Ποιητής < ποιητής
proper noun Ποιητής · Ποιητή · Piitis
- ανδρικό επώνυμο
In English
- poet person who writes poems
Talk about this word "ποιητής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ποιητής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82 "ποιητής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ποιητής},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}