ποιμένας

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ποιμένας¹

  • piˈme.nas

Where it comes from

ποιμένας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ποιμήν (αιτιατική: ποιμένα) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *poh₂imn̥ / *poh₂imen < *peh₂- (προστατεύω) + *-men

noun ποιμένας · ποιμένες · ποιμένα · ποιμένος · ποιμένων

  1. formal, literally, κυριολεκτικά, λόγιο, επάγγελμα ο βοσκός ※ Ὁ αὐλὸς τῶν πτωχῶν μας ποιμένων
  2. figuratively, μεταφορικά, θρησκεία ο χριστιανικός πνευματικός ηγέτης ※ Ἡ αὐτοῦ Παναγιώτης θεωρήσασα τὸ θεάρεστον τῆς ἐξόχου Βουλῆς ζήτημα, καὶ φιλοτιμίᾳ Ἐκκλησιαστικῇ φιλοτιμιθεῖσα, ὡς ἐν τῷ διατακτικῷ συνοδικῷ Γράμματι φαίνεται, ἐθέσπισε συνοδικῶς τὰς χειροτονίας τῶν ποιμένων ἑκάστης νήσου, καὶ τὰς μὲν τέσσαρας μείζονας τῶν νήσων ἐτίμησεν εἰς Μητροπόλεις, εἰς τὰ Κύθ
  3. especially, ειδικότερα, ιστορία η προσωνυμία που δινόταν στα μέλη του τέταρτου βαθμού (τέταρτη τάξη) της Φιλικής Εταιρείας → προηγούμενος βαθμός: ιερέας

Ποιμένας²

Where it comes from

Ποιμένας <→ λείπει η ετυμολογία

proper noun Ποιμένας

  1. ανδρικό όνομα

Talk about this word

Cite this
MLA

"ποιμένας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ποιμένας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CF%82

Chicago

"ποιμένας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ποιμένας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}