πολέμαρχος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πολέμαρχος¹

  • poˈle.maɾ.xos

Sounds like πολεμάρχος

Where it comes from

πολέμαρχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πολέμαρχος

noun πολέμαρχος · πολέμαρχοι · πολεμάρχου · πολέμαρχου · πολεμάρχων · πολέμαρχο

  1. αρχηγός στρατιωτικού ή αντάρτικου σώματος
  2. γενναίος πολεμιστής
  3. ιστορία ένας από τους εννέα άρχοντες στην αρχαία Αθήνα ο οποίος ήταν αρμόδιος στα πολεμικά και στρατιωτικά ζητήματα για ένα έτος
  4. ιστορία ο ανώτερος οπλαρχηγός στην περίοδο της Τουρκοκρατίας ο οποίος είχε απόλυτη εξουσία κι ευθύνη

Similar: πολεμάρχος, λογοτεχνικό

Πολέμαρχος²

Where it comes from

Πολέμαρχος < πόλεμος + άρχων

proper noun Πολέμαρχος

  1. ανδρικό όνομα Σπαρτιάτης ευγενής που σκότωσε τον βασιλιά της Σπάρτης Πολύδωρο κατά τα μέσα του 8ου π.Χ. αιώνα και τιμήθηκε ως τυραννοκτόνος
  2. πολιτική και στρατιωτική ιδιότητα στην αρχαία Αθήνα και άλλες πόλεις της αρχαίας Ελλάδας. Στην Αθήνα ήταν ο ένας από τους εννέα άρχοντες

Thesaurus

In English

  • warlord high military officer in a warlike nation
  • polemarch high officer in Ancient Greek states

Talk about this word

Cite this
MLA

"πολέμαρχος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πολέμαρχος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%BF%CF%82

Chicago

"πολέμαρχος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πολέμαρχος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}