πολέμιος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πολέμιος

  • poˈle.mi.os

Where it comes from

πολέμιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πολέμιος

noun πολέμιος · πολέμιοι · πολέμιου · πολεμίου · πολέμιων · πολεμίων

  1. που αντιτίθεται σε κάτι ※ Ο Γαβριηλίδης υπήρξε σφοδρός πολέμιος των παλαιών κομμάτων και αγωνίστηκε μέσω της Ακροπόλεως για την επικράτηση του κινήματος το 1909. Επιφυλακτικός στην αρχή απέναντι του Βενιζέλου, ξεκίνησε σταδιακά την υποστήριξή του, παρόλους τους φόβους που εξέφραζε για μεσσιολατρεία της ελληνικής κοινωνίας.

Similar: αντίπαλος, εχθρικός, εχθρός · Opposite: υποστηρικτής, φιλικός, φίλιος, σύμμαχος

Thesaurus

Talk about this word

Cite this
MLA

"πολέμιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πολέμιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%82

Chicago

"πολέμιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πολέμιος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}