πολίτης
Ελληνικά
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
πολίτης¹
- poˈli.tis
Από πού έρχεται
πολίτης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πολίτης, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική citoyen
ουσιαστικό πολίτης · πολίτισσα · πολίτις
- που έχει την ιθαγένεια μιας χώρας και έχει πολιτικά δικαιώματα
- συνώνυμο του ιδιώτης, που δεν κατέχει δημόσιο αξίωμα Είμαι ένας απλός πολίτης που θέλει να ακούγεται η φωνή του! Δεν είμαι πολίτης βήτα κατηγορίας!
- που δεν είναι στρατιωτικός και ως άοπλος θεωρείται άμαχος ή συχνά και εκείνος που δεν είναι κληρικός Άντε, και «καλός πολίτης». Πότε απολύεσαι; Πότε τελειώνει η θητεία σου;
- κάτοικος μιας πόλης
- ο πολίτης μιας χώρας, που δεν είναι υπήκοος κάποιου μονάρχη (και δεν είναι αριστοκράτης)
ουσιαστικό πολίτης · πολίτισσα
- ο Πολίτης, ο Κωνσταντινουπολίτης
Πολίτης²
- poˈli.tis
Από πού έρχεται
Πολίτης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική Πολίτης < (ελληνιστική κοινή) Πόλ(ις) (Κωνσταντινούπολις) + -ίτης
κύριο όνομα Πολίτης · Πολίτισσα
- συνώνυμο του Κωνσταντινουπολίτης, ομογενής που γεννήθηκε στην Πόλη, την Κωνσταντινούπολη
κύριο όνομα Πολίτης · Πολίτη · Πολίτου · Политис · Politis
- ανδρικό επώνυμο
Στα αγγλικά
Συζήτησε αυτή τη λέξη "πολίτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. πολίτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82 "πολίτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {πολίτης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}