πολλαπλασιαστής

Ελληνικά

AI Pe înțelesul tuturor

Se scrie o scurtă explicație…

Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.

πολλαπλασιαστής

  • po.la.pla.si.aˈstis

De unde vine

πολλαπλασιαστής (μαρτυρείται από το 1843) < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική multiplicateur < ρήμα multiplier < πολλαπλασιάζω

substantiv πολλαπλασιαστής · πολλαπλασιαστές · πολλαπλασιαστή · πολλαπλασιαστών

  1. ο αριθμός που πολλαπλασιάζει κάποιον άλλον· σε έναν πολλαπλασιασμό, ο πρώτος αριθμός που ονομάζουμε στον πολλαπλασιαμό 4 x 5, το 4 είναι ο πολλαπλασιαστής
  2. μηχανισμός που αυξάνει το έργο μιας συσκευής
  3. πηνίο που αυξάνει την τάση ενός ρεύματος
  4. το πρόσωπο που έχει επιμορφωθεί σε ένα θέμα και στη συνέχεια, ενδεχομένως, να λειτουργήσει ως επιμορφωτής άλλων προσώπων

În engleză

Discută despre acest cuvânt

Citează
MLA

"πολλαπλασιαστής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πολλαπλασιαστής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82

Chicago

"πολλαπλασιαστής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πολλαπλασιαστής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}