πολυάριθμος

Ελληνικά

AI En termes simples

Rédaction d'une courte explication…

Écrit par une IA maison à partir de l'entrée ci-dessous, dans votre langue. La source, c'est l'entrée elle-même.

πολυάριθμος

D'où il vient

πολυάριθμος < πολύ + αριθμός = σε μεγάλη ποσότητα

adjectif πολυάριθμος · πολυάριθμη · πολυάριθμο · πολυάριθμου · πολυάριθμης

  1. που αποτελείται από μεγάλο πλήθος ※ Υπερδιπλάσιος χρόνος από ό,τι στις χώρες της ΕΕ και του ΟΟΣΑ εξαιτίας των πολυάριθμων διαδικασιών απαιτείται για το άνοιγμα μιας επιχείρησης στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα η χώρα να βρίσκεται στην 121η θέση μεταξύ 155 χωρών (!) όσον αφορά την ευκολία έναρξης επιχείρησης.

Parler de ce mot

Citer
MLA

"πολυάριθμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%B8%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πολυάριθμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%B8%CE%BC%CE%BF%CF%82

Chicago

"πολυάριθμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%B8%CE%BC%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πολυάριθμος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%B8%CE%BC%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}