πολυθρόνα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πολυθρόνα

  • po.liˈθɾo.na

Where it comes from

πολυθρόνα < (άμεσο δάνειο) ιταλική poltrona, θηλυκό του poltrone < ιταλική poltro (κρεβάτι)

noun πολυθρόνα · πολυθρόνες · πολυθρόνας · πολυθρονών

  1. έπιπλο αναπαυτικό κάθισμα για ένα άτομο με στηρίγματα για την πλάτη και, συνήθως, για τα χέρια ※ χαιρέτησε τον Ραγκούση αμήχανα και του έδειξε να καθίσει απέναντί του, σε μια πολυθρόνα από μπαμπού, πανομοιότυπη μ' εκείνην όπου άραζε η Σιλβί Κριστέλ ξώβυζη , όποτε υποδυόταν την Εμμανουέλα. (Πέτρος Τατσόπουλος, Η κυρία που λυπάται, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)
  2. μασάω όλη την ώρα κάτι, απασχολούμαι με το μάσημα (φαγητό, ξηρούς καρπούς, τσίχλα, το πλαστικό πώμα ενός στιλό κ.α.) ※ Η Κατίγκω κατέβηκε στο σαλόνι φορώντας την υδραίικη ενδυμασία. Βρήκε την Κοκόνα-Κρυσταλλένια να μασουλάει μαρόν γλασέ. Είδε η θεία την ανιψιά και σηκώθηκε τρέμοντας από την πολυθρόνα. Έπεσε η τσάντα της στο πάτωμα, σκορπίστηκαν τα μαρόν στο χαλί. (Φιλομήλα Λαπατά, Η χήρα του Πειραιά, εκδ. Καστανιώ

In English

  • armchair chair with supports for the arms or elbows

Talk about this word

Cite this
MLA

"πολυθρόνα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85%CE%B8%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πολυθρόνα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85%CE%B8%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%B1

Chicago

"πολυθρόνα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85%CE%B8%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πολυθρόνα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85%CE%B8%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}