πολυμορφία

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πολυμορφία

Where it comes from

πολυμορφία < ελληνιστική κοινή πολυμορφία < αρχαία ελληνική πολύμορφος < πολύς + μορφή (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική polymorphie ή σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική polymorphy)

noun πολυμορφία · πολυμορφίες · πολυμορφίας · πολυμορφιών

  1. literally, κυριολεκτικά το να είναι κάποιος ή κάτι πολύμορφο(ς), η ιδιότητα του πολύμορφου ※ Σύμφωνα με τον Helmut Willke, κάθε σύστημα αντιμετωπίζει, στη σχέση του με το περιβάλλον, το πρόβλημα της περιπλοκότητας: Η περιπλοκότητα δηλοί τον βαθμό πολυμορφίας, διαπλοκής και τον φόρτο των συνεπακόλουθων σ' ένα πεδίο αποφάσεων (Wilke, 1996, σ. 42) (Θωμάς Μαυροφίδης, Κοινωνία και σύστημα: Εισ

Similar: ποικιλία, ποικιλομορφία · Opposite: ομοιομορφία

Thesaurus

Talk about this word

Cite this
MLA

"πολυμορφία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πολυμορφία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%AF%CE%B1

Chicago

"πολυμορφία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πολυμορφία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}