πολυσχιδής

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πολυσχιδής

Where it comes from

πολυσχιδής ήδη τον 5ο αιώνα πκε στον Ιπποκράτη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πολυσχιδής (κατασχισμένος, με πολλές τομές). πολυ- + σχιδής (< σχίζω)

adjective πολυσχιδής · πολυσχιδές · πολυσχιδούς

  1. αυτός που έχει διαιρεθεί σε πολλά μέρη, που έχει πολλές διακλαδώσεις
  2. figuratively, μεταφορικά αυτός που εκτείνεται σε πολλά πεδία, που καλύπτει πολλούς τομείς ※ Ξέρει ότι, όταν γράφει, μιλάει με την επιθυμία, δηλαδή με ολόκληρο τον ψυχοσωματικό εαυτό του· κυρίως με τις ασύνειδες και πολυσχιδείς ενορμήσεις του προς έκφραση, οι οποίες, υπερβαίνοντας κάθε πρόθεση, αναγκάζουν τη γλώσσα του να συστοιχηθεί με αυτές και να υπερβεί τη μονοσημία της διανοητικής δι

    Similar: πολύμορφος, πολύπλευρος

Talk about this word

Cite this
MLA

"πολυσχιδής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85%CF%83%CF%87%CE%B9%CE%B4%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πολυσχιδής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85%CF%83%CF%87%CE%B9%CE%B4%CE%AE%CF%82

Chicago

"πολυσχιδής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85%CF%83%CF%87%CE%B9%CE%B4%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πολυσχιδής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85%CF%83%CF%87%CE%B9%CE%B4%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}