πολυτέλεια

Ελληνικά

AI Einfach erklärt

Eine kurze Erklärung wird geschrieben…

Von einer Haus-KI aus dem Eintrag unten in deiner Sprache geschrieben. Die Quelle ist der Eintrag selbst.

πολυτέλεια

  • po.liˈte.li.a

Woher es kommt

πολυτέλεια < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πολυτέλεια (σπατάλη) < πολυτελής < πολυ- + -τελής (τέλος)

Substantiv πολυτέλεια · πολυτέλειες · πολυτέλειας · πολυτελείας · πολυτελειών

  1. η δαπάνη χρηματικών ποσών και η χρήση αντικειμένων και υπηρεσιών πέρα από την κάλυψη των βασικών αναγκών και πάνω από το μέσο βιοτικό επίπεδο Απίστευτη πολυτέλεια και μανία με το θεαθήναι. Πισίνα όταν το σπίτι τους είναι 200 μέτρα από τη θάλασσα; Στο Τέξας νομίζει ότι ζει ο άνθρωπος;
  2. σπατάλη που δεν θεωρείται άμεσα απαραίτητη, περιττό έξοδο Ωραίο είναι και το νέο μοντέλο, αλλά μια χαρά είναι και το κινητό που έχεις, δεν είμαστε τώρα για πολυτέλειες.
  3. χλιδή, μεγαλοπρέπεια, πλούτος Πήγα στο σπίτι τους και έμεινα άλαλη. Πολυτέλεια να δουν τα μάτια σου! Πού τα βρήκαν τα λεφτά βρε παιδί μου αφού πάντα κλαίγονταν;
  4. ευχέρεια, άνεση Εχει την πολύτέλεια να πηγαίνει διακοπές ένα ολόκληρο μήνα, όπως εμείς οι υπόλοιποι πηγαίναμε μόνο όταν είμαστε παιδιά.
  5. γενική της ιδιότητας , προσδιοριστική ακριβών προϊόντων και υπηρεσιών ανώτερης ποιότητας Σιγά μην αγοράσω κεράσια με 4,80 το κιλό. Κατάντησε και το φρούτο είδος πολυτελείας.

Auf Englisch

  • luxury very wealthy and comfortable surroundings
  • indulgence something in which someone indulges

Über dieses Wort sprechen

Zitieren
MLA

"πολυτέλεια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85%CF%84%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πολυτέλεια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85%CF%84%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B1

Chicago

"πολυτέλεια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85%CF%84%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πολυτέλεια},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85%CF%84%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}