πολυ-

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πολυ-

  • po.li

Where it comes from

πολυ- < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πολυ- < πολύς. Για τους νεότερους επιστημονικούς όρους < διαγλωσσική ορολογία poly- ή multi- (αγγλικά, γαλλικά)

prefix πολυ- · πολύ- · πολ-

  1. σε σύνθετα επίθετα ότι έχει συμβεί πολλές φορές εκείνο που δηλώνει το β΄ συνθετικό ή έχει πολλά από τα χαρακτηριστικά του (με παθητικές μετοχές παρακειμένου) πολυαγαπημένος, πολυδιαβασμένος
  2. σε σύνθετα επίθετα ότι υπάρχει παρουσία πολλών χαρακτηριστικών που δηλώνονται από το β΄συνθετικό πολυπρόσωπος
  3. σε σύνθετα ρήματα επανάληψη (με αρνητική, μετριαστική σημασία) δεν μου πολυαρέσει, δεν πολυκατάλαβα
  4. σε σύνθετα ουσιαστικά πολλαπλές συνδυασμένες ιδιότητες ή δυνατότητες πολυκατάστημα, πολυμίξερ, πολυβιταμίνη
  5. σε σύνθετα ουσιαστικά, ιατρική παθολογικά μεγάλη ανάπτυξη των στοιχείων που δηλώνει το β΄συνθετικό πολυδακτυλία
  6. σε σύνθετα ουσιαστικά, ιατρική εξάπλωση μιας ασθένειας στο σώμα πολυαρθρίτιδα
  7. σε σύνθετα ουσιαστικά, χημεία πολυμερής οργανική ένωση πολυαιθυλένιο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πολυ-." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85-. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

πολυ-. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85-

Chicago

"πολυ-." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85-.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πολυ-},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85-},
  urldate = {2026-11-06}
}