πολυ-
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πολυ-
- po.li
Where it comes from
πολυ- < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πολυ- < πολύς. Για τους νεότερους επιστημονικούς όρους < διαγλωσσική ορολογία poly- ή multi- (αγγλικά, γαλλικά)
prefix πολυ- · πολύ- · πολ-
- ότι έχει συμβεί πολλές φορές εκείνο που δηλώνει το β΄ συνθετικό ή έχει πολλά από τα χαρακτηριστικά του (με παθητικές μετοχές παρακειμένου) πολυαγαπημένος, πολυδιαβασμένος
- ότι υπάρχει παρουσία πολλών χαρακτηριστικών που δηλώνονται από το β΄συνθετικό πολυπρόσωπος
- επανάληψη (με αρνητική, μετριαστική σημασία) δεν μου πολυαρέσει, δεν πολυκατάλαβα
- πολλαπλές συνδυασμένες ιδιότητες ή δυνατότητες πολυκατάστημα, πολυμίξερ, πολυβιταμίνη
- παθολογικά μεγάλη ανάπτυξη των στοιχείων που δηλώνει το β΄συνθετικό πολυδακτυλία
- εξάπλωση μιας ασθένειας στο σώμα πολυαρθρίτιδα
- πολυμερής οργανική ένωση πολυαιθυλένιο
In English
Talk about this word "πολυ-." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85-. Accessed 6 Nov. 2026. πολυ-. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85- "πολυ-." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85-.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πολυ-},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85-},
urldate = {2026-11-06}
}