πολφός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πολφός

Where it comes from

πολφός < αρχαία ελληνική πολφός μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική pulpe)

noun πολφός · πολφοί · πολφού · πολφών · πολφό · πολφούς

  1. ανατομία πολτώδης μαλακή ουσία στην κεντρική κοιλότητα του δοντιού, που περιέχει συνδετικούς ιστούς, αιμοφόρα αγγεία, νεύρα και μια μικρή δεξαμενή βλαστικών κυττάρων Τα κύτταρα αυτά αλλάζουν ταυτότητα και μετατρέπονται τόσο σε κύτταρα του συνδετικού ιστού στον πολφό του δοντιού όσο και σε οδοντοβλάστες –οι οδοντοβλάστες είναι τα κύτταρα που παράγουν τη σκληρή οδοντίνη κάτω από την αδαμαντίνη. (*)
  2. πολτώδης μαλακή ουσία που εκχύνεται από τη σπλήνα

In English

  • pulp center of a tooth

Talk about this word

Cite this
MLA

"πολφός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%86%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πολφός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%86%CF%8C%CF%82

Chicago

"πολφός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%86%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πολφός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%86%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}