πολύγλωσσος

Ελληνικά

AI En termes simples

Rédaction d'une courte explication…

Écrit par une IA maison à partir de l'entrée ci-dessous, dans votre langue. La source, c'est l'entrée elle-même.

πολύγλωσσος

  • poˈli.ɣlo.sos

D'où il vient

πολύγλωσσος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πολύγλωσσος. Μορφολογικά αναλύεται σε πολύ- + -γλωσσος → δείτε πολύς και γλώσσα.

adjectif πολύγλωσσος · πολύγλωσση · πολύγλωσσο · πολύγλωσσου · πολύγλωσσης

  1. που μιλάει πολλές ξένες γλώσσες ※ Οι λαοί-υπήκοοι λοιπόν της Αυτοκρατορίας θεωρούσαν φυσικό να κινούνται σε πολύγλωσσο περιβάλλον· οι προερχόμενοι από τη νότια Βαλκανική χειρίζονταν την ελληνική γλώσσα ή εκτιμούσαν ότι η ελληνική ήταν, τουλάχιστον ώς τις αρχές του 19ου αι. , η lingua franca Ελλήνων, Βουλγάρων, Βλάχων αλλά και των
  2. κείμενο που είναι γραμμένο σε πολλές ξένες γλώσσες πολύγλωσσο λεξικό

En anglais

Parler de ce mot

Citer
MLA

"πολύγλωσσος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%8D%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πολύγλωσσος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%8D%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%BF%CF%82

Chicago

"πολύγλωσσος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%8D%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πολύγλωσσος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%8D%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}