πομπή

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πομπή

Where it comes from

πομπή < αρχαία ελληνική πομπή < πέμπω

noun πομπή · πομπές · πομπής · πομπών

  1. πολλά άτομα ή οχήματα που κινούνται αργά, σε σειρά, κυρίως σε τελετή ή άλλη εκδήλωση Η πομπή του Επιταφίου
  2. εικόνα που προσομοιάζει σε επίσημη πομπή Είχε απίστευτη κίνηση στο δεξί διάζωμα γιατί έκαναν έργα στο αριστερό και στο μεσαίο, πηγαίναμε ο ένας πίσω από τον άλλο σε μια ατελείωτη πομπή
  3. διασυρμός, με τη μεσαιωνική έννοια (και μπομπή) : αίσχη, μια αισχρή πράξη, κάτι ντροπιαστικό που θέλει να κρύψει το άτομο

In English

  • procession group of people or thing moving along in an orderly manner

Talk about this word

Cite this
MLA

"πομπή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BC%CF%80%CE%AE. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

πομπή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BC%CF%80%CE%AE

Chicago

"πομπή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BC%CF%80%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πομπή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BC%CF%80%CE%AE},
  urldate = {2026-11-06}
}