πομπή
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πομπή
Where it comes from
πομπή < αρχαία ελληνική πομπή < πέμπω
noun πομπή · πομπές · πομπής · πομπών
- πολλά άτομα ή οχήματα που κινούνται αργά, σε σειρά, κυρίως σε τελετή ή άλλη εκδήλωση Η πομπή του Επιταφίου
- εικόνα που προσομοιάζει σε επίσημη πομπή Είχε απίστευτη κίνηση στο δεξί διάζωμα γιατί έκαναν έργα στο αριστερό και στο μεσαίο, πηγαίναμε ο ένας πίσω από τον άλλο σε μια ατελείωτη πομπή
- διασυρμός, με τη μεσαιωνική έννοια (και μπομπή) : αίσχη, μια αισχρή πράξη, κάτι ντροπιαστικό που θέλει να κρύψει το άτομο
In English
- procession group of people or thing moving along in an orderly manner
Talk about this word "πομπή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BC%CF%80%CE%AE. Accessed 6 Nov. 2026. πομπή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BC%CF%80%CE%AE "πομπή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BC%CF%80%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πομπή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BC%CF%80%CE%AE},
urldate = {2026-11-06}
}