πονηρός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πονηρός¹

  • po.niˈɾos

Where it comes from

πονηρός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πονηρός

adjective πονηρός · πονηρή · πονηρό · πονηρού · πονηρής

  1. που φέρεται πονηρά, εκείνος που χρησιμοποιεί το μυαλό του (πολύ ή λίγο) για να βρει τρόπο να καταφέρει κάτι ανορθόδοξα, συχνά σε βάρος κάποιου άλλου, επίθετο συχνά σε χρήση σε αντιδιαστολή προς τον πραγματικά έξυπνο
  2. που είναι καχύποπτος και δεν μπορείς να τον εξαπατήσεις εύκολα
  3. που είναι τσαχπίνης ή τσαχπίνα, που το μυαλό του είναι πιο συχνά από των άλλων ανθρώπων στο σεξ

Πονηρός²

Where it comes from

Πονηρός < πονηρός

proper noun Πονηρός · Πονηροί · Πονηρού · Πονηρών · Πονηρό · Πονηρούς

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • wily sly, cunning
  • shifty Having the appearance of someone dishonest, criminal or unreliable

Talk about this word

Cite this
MLA

"πονηρός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BD%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πονηρός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BD%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%82

Chicago

"πονηρός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BD%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πονηρός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BD%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}