πορνεία
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πορνεία
Where it comes from
πορνεία < αρχαία ελληνική πορνεία < πορνεύω
noun πορνεία · πορνείες · πορνείας · πορνειών
- η έναντι αμοιβής προσφορά σεξουαλικών υπηρεσιών ※ Η μετάβαση λοιπόν στη βιομηχανική εποχή που ακολούθησε την αγροτική οικονομία και κοινωνία, συνδέθηκε με τις επιδρομές των ληστών, την παράνομη οπλοκατοχή αλλά και το λαθρεμπόριο. Κατόπιν, η μετάβαση στην καταναλωτική κοινωνία, είχε ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη του οργανωμένου εγκλήματος, το οποίο σ
- η ανηθικότητα, η ακολασία
In English
- prostitution having sex for profit
Talk about this word "πορνεία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. πορνεία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CE%B1 "πορνεία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πορνεία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}