πορνογραφία
Ελληνικά
AI Einfach erklärt
Eine kurze Erklärung wird geschrieben…
Von einer Haus-KI aus dem Eintrag unten in deiner Sprache geschrieben. Die Quelle ist der Eintrag selbst.
πορνογραφία
- por.no.ɣraˈfi.a
Woher es kommt
πορνογραφία (μαρτυρείται από το 1893) < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική pornographie + -ία < pornographe < ελληνιστική κοινή πορνογρᾰ́φος < αρχαία ελληνική πόρνος + γράφω
Substantiv πορνογραφία · πορνογραφίες · πορνογραφίας · πορνογραφιών
- η απεικόνιση σεξουαλικών πράξεων (σε μορφή εικόνων, βίντεο, γραπτού λόγου ή άλλων μέσων) με σκοπό τη σεξουαλική διέγερση ※ Συγκεκριμένα, τα θέματα που προτείνουν οι ... να συμπεριλαμβάνονται στα σεξουαλικά εκπαιδευτικά προγράμματα των ατόμων με αυτισμό ή / και νοητική καθυστέρηση αφορούν την σεξουαλική υγεία, τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και το AIDS, άσεμνες χειρονομίες και προσβλητικά σχόλια, εξερεύνηση του σ
Auf Englisch
- porn pornography
- pornography depiction of sexual subject matter with prurient intent
Über dieses Wort sprechen "πορνογραφία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%BD%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. πορνογραφία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%BD%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1 "πορνογραφία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%BD%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1.Zitieren
@misc{micwyn_2026,
title = {πορνογραφία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%BD%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}